Κίκυννα

Αρχαίος δήμος της Αττικής, του οποίου η ακριβής θέση αγνοείται. Τοποθετείται ανάμεσα στους δήμους Σφηττόν και Αιξονέων και ανήκε, κατά την επικρατέστερη γνώμη, στην Ακαμαντίδα φυλή. Στην περιοχή λατρευόταν ο Απόλλωνας, προς τιμήν του οποίου τελούσαν τα Απολλώνια.
* * *
Κίκυννα, ἡ (ΑΜ)
δήμος τής Αττικής.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Κίκυννα — an inhabitant thereof fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κικύννης — Κίκυννα an inhabitant thereof fem gen sg (attic epic ionic) Κικύννα masc nom pl Κικύννα masc nom/voc pl Κικύννα fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κικύννη — Κικύννα masc nom/voc/acc dual Κικύννα masc acc sg Κικύννα fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κικυννόθεν — Κικύννα indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κικυννοί — Κικυννοῑ (Α) επίρρ. στην Κίκυννα. [ΕΤΥΜΟΛ. < Κίκυννα + κατάλ. οι, η οποία απαντά σε επίρρ. που δηλώνουν εν τόπω στάση (πρβλ. οίκ οι)] …   Dictionary of Greek

  • Κικυννόθεν — (Α) επίρρ. από την Κίκυννα. [ΕΤΥΜΟΛ. < Κίκυννα + θεν*] …   Dictionary of Greek

  • DEMARCHI — Graece Δήμαρχοι, dicebantur in eadem Rep. praefecti τῶ Δήμων, quos illi, quando necesse erat, convocabant, eâdem potestate, quam prius Ναυκράροι vel Ναυκλάροι habuerant, (ut scribir Harpocration in Lexico, et Scholiastes Aristophan. ad haec verba …   Hofmann J. Lexicon universale

  • Κικυννεύς — Κικυννεύς, ὁ (Α) [Κίκυννα] ο κάτοικος τής Κικύννης …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.